Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Οι ρεπουμπλικανές είναι πιο γενναίες από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ



«Πώς είναι να ζεις στην Αμερική του Τραμπ;», ήταν το ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει ο Μάθιου, ένας βρετανικής καταγωγής δημοσιογράφος ο οποίος εργάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες  και επισκέφθηκε πρόσφατα την Ελλάδα για διακοπές. «Από μια πρώτη ματιά δεν έχει αλλάξει τίποτε, αλλά στη χώρα υπάρχει μια ζοφερή ατμόσφαιρα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι τίποτε δεν είναι ίδιο», απάντησε. 
Επιχειρώντας, εν συνεχεία, να εξηγήσει στους συνομιλητές του τον ζόφο στον οποίο αναφερόταν, οι περιγραφές του για τη «θεσμική αναίδεια» της νέας εξουσίας στην Ουάσιγκτον θύμιζαν εν πολλοίς τα όσα βιώνουμε στην Ελλάδα την τελευταία διετία. «Υπάρχει διάχυτη μια αίσθηση ότι όλα μπορεί να ειπωθούν από τον Πρόεδρο και τους συνεργάτες του στο Λευκό Οίκο και τα πάντα μπορεί να συμβούν», επεσήμανε ο δημοσιογράφος, κάνοντας όσους από την ομήγυρη είχαν γνώση της ελληνικής πραγματικότητας να συμφωνήσουν ότι «κι εδώ το ίδιο ζούμε!».
Για τους παροικούντες στην εγχώρια «Ιερουσαλήμ», άλλωστε, ήταν πολύ οικεία η εμφατική αναφορά στις συνεχείς –και απρόκλητες τις πιο πολλές φορές- επιθέσεις που εξαπολύει ο Τραμπ στα μέσα ενημέρωσης, τα οποία δεν είναι της αρεσκείας του, όπως και σε οποιονδήποτε θεσμό της αμερικανικής δημοκρατίας θεωρεί ότι είναι εμπόδιο στις επιδιώξεις του. Διότι κι εδώ τα μέσα ενημέρωσης που ασκούν κριτική και η Δικαιοσύνη που δεν βγάζει τις αποφάσεις που θέλουμε είναι οι «υπέρτατοι εχθροί» που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Με την επιστράτευση πότε της «μεταλήθειας», που συνιστούν τα fake news, και άλλοτε της λαϊκίστικης διαβολής ότι δήθεν αντιστρατεύονται τα συμφέροντα των μαζών.     
Μην ξεχνάμε, εξάλλου, πως η ομολογία του υιού Τραμπ ότι ασχολούνταν προεκλογικά με τη συλλογή στοιχείων για την υπονόμευση της υποψηφιότητας της αντιπάλου του πατρός του, δεν έχει πολλά να ζηλέψει από το σχέδιο υπονόμευσης της εκλογής του Σταύρου Δήμα που εκπονήθηκε το φθινόπωρο του 2014 από κορυφαία στελέχη της σημερινής διακυβέρνησης τα οποία πρωταγωνίστησαν στις διαδόσεις περί δήθεν απόπειρας εξαγοράς βουλευτών των ΑΝΕΛ από τους τότε κυβερνώντες.
Σε αντίθεση, πάντως, με την απαισιοδοξία που διακατείχε την ομήγυρη για την εξέλιξη των ελληνικών πραγμάτων, καθώς ήταν οι μέρες που είχε ξεκινήσει η απροσχημάτιστη προσπάθεια της κυβέρνησης να παρεμποδιστεί η έρευνα για την καταγγελλόμενη εμπλοκή του υπουργού Εθνικής Άμυνας στην υπόθεση με το Noor 1, o υπερατλαντικός επισκέπτης ήταν αισιόδοξος: «Η αμερικανική Δημοκρατία είναι ανθεκτική, διαθέτει ανακλαστικά για να αντισταθεί και ισχυρά αντίβαρα που μπορεί να ενεργοποιήσει για να μπουν φραγμοί στα προεδρικά καπρίτσια και στις αντιδημοκρατικές παρεκκλίσεις», απεφάνθη. Και τα γεγονότα μάλλον τον δικαιώνουν.
Διότι, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε στη συζήτηση, «μπορεί ο Τραμπ να αποτόλμησε να παραχωρήσει την καρέκλα του στη θυγατέρα του Ιβάνκα κατά την πρόσφατη Σύνοδο των G 20 στο Αμβούργο, στο εσωτερικό πεδίο δεν περνάει τα πάντα αβρόχοις ποσί. Η αντίσταση που βρήκε από την Δικαιοσύνη η ρατσιστική και αντισυνταγματική επιμονή του Προέδρου να προωθήσει το διάταγμα κατά της μετανάστευσης υπήρξε άκρως χαρακτηριστική για τη λειτουργία των θεσμών στις ΗΠΑ. Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι και η αδυναμία της κυβέρνησης του να επιβάλλει την κατάργηση του περίφημου Obamacare, χωρίς να το αντικαταστήσει από εναλλακτικό σχέδιο για τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και περίθαλψης.
Τρεις γυναίκες γερουσιαστές, εκλεγμένες με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ανακοίνωσαν ότι δεν θα ψηφίσουν υπέρ της ανάκλησης του προγράμματος πρόσβασης των ανασφάλιστων Αμερικανών στις υπηρεσίες υγείας, που είχε προωθήσει ο προηγούμενος πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα. Και έτσι στο αμερικανικό Κογκρέσο δεν συγκεντρώνεται η απαιτούμενη πλειοψηφία για να υλοποιηθεί η επίσης εμβληματική εμμονή του Τραμπ κατά του Obamacare, το οποίο είχε επίσης πολεμηθεί λυσσωδώς από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Μακριά από κάθε έννοια κομματικής πειθαρχίας και αψηφώντας τις εκκλήσεις που -μέσω του προσφικούς του Twitter, φυσικά…- απηύθυνε ο Τραμπ, οι τρεις ρεπουμπλικανές έδειξαν τον δρόμο της προσωπικής αξιοπρέπειας που ακολουθούν –στις ΗΠΑ, αλλά και σε άλλες Δημοκρατίες- οι πολιτικοί οι οποίοι προτάσσουν το δημόσιο συμφέρον, το συμφέρον των πολιτών έναντι του κομματικού συμφέροντος. Είναι ο δρόμος που δεκάδες φορές αρνήθηκαν να βαδίσουν οι βουλευτές των ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ οι οποίοι χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας ψήφισαν επανειλημμένα όχι μόνον ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, όπως οι ίδιοι το είχαν ορίσει νωρίτερα, αλλά και κόντρα τόσο στις διακηρύξεις τους όσο και στην προηγούμενη ψήφο τους.
Δεν είναι ούτε μία, ούτε δύο οι διατάξεις και τα νομοσχέδια –από την αύξηση του κατώτατου μισθού ως το αποκαλούμενο «παράλληλο πρόγραμμα»- που ψηφίστηκαν και… ξεψηφίστηκαν από όλους όσοι συγκροτούν την τωρινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς ούτε ένας τους να έχει την πολιτική γενναιότητα να πει «όχι, δεν αναιρώ τον εαυτό μου και δεν παίρνω πίσω την ψήφο μου». Είναι παροιμιώδης και χωρίς προηγούμενο ο τρόπος με τον οποίο αποδέχονται και επικροτούν κάθε τι που τους επιβάλλεται. Χωρίς, μάλιστα, να έχουν την παραμικρή δυσκολία αμέσως μετά να αποδεχθούν και να επικρατήσουν και το ακριβώς αντίθετό του.
Γι΄ αυτό και δύσκολα -ενδεχομένως ακόμη και σε παγκόσμια κλίμακα- θα βρει κανείς ανάλογο προηγούμενο τόσο μαζικής αυτοαναίρεσης είτε αφορά την άνεση με την οποία υιοθετούν τα μνημονιακά μέτρα, με τα οποία εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι δεν συμφωνούν, είτε σχετίζεται με την «επιχειρηματολογία» που επιστρατεύουν για να δικαιολογήσουν την επιχειρούμενη κατάλυση των θεσμών και την ισοπεδωτική καθυπόταξη και κατασυκοφάντηση οποιουδήποτε δεν δίνει «γη και ύδωρ» στην εξουσία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Η μυθοπλαστική κοροϊδία με τον «Φάκελο της Κύπρου»



Ένας από τους πιο προσφιλείς «μύθους» της μεταπολιτευτικής περιόδου υπήρξε ο «Φάκελος της Κύπρου». Γενιές και γενιές πολιτικών, ου μην αλλά και δημοσιογράφων, έκαναν καριέρες στην Ελλάδα και στην Κύπρο με την κατασκευή ή την αναπαραγωγή απίθανων θεωριών συνωμοσίας γύρω από τα υποτιθέμενα «κρυμμένα μυστικά» που περιείχε.
Στις τέσσερις και πλέον δεκαετίες που παρήλθαν από την Κυπριακή Τραγωδία που ακολούθησε το άφρον πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 καλλιεργήθηκαν στους Ελλαδίτες και στους Κυπρίους ψευδείς και παραπλανητικές εντυπώσεις ότι τάχατες κάπου υπήρχε κάποιος φάκελος τον οποίο δήθεν ουδείς τολμά να ανοίξει για να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
Αν, όμως, όλα αυτά μπορούσαν να δικαιολογηθούν τα πρώτα χρόνια μετά την βάρβαρη τουρκική εισβολή, καθώς η συλλογική μας συνείδηση δεν ήθελε να αναγνωρίσει τα εγκληματικά λάθη τα οποία διαχρονικά έγιναν, είτε με ευθύνη του «εθνικού κέντρου» είτε από τη δράση δυνάμεων στη Μεγαλόνησο, στους χειρισμούς του Κυπριακού, η διαιώνιση του «μύθου» με τον… κλειστό «Φάκελο της Κύπρου» είναι μάλλον ασυγχώρητη.
Και είναι σίγουρα ακόμη πιο ασυγχώρητο να χρησιμοποιείται έως τις μέρες μας ως εργαλείο αποπροσανατολισμού έπειτα από ένα ακόμη ναυάγιο των προσπαθειών επίλυσης του Κυπριακού. Διότι αυτό ακριβώς συνέβη στη διάρκεια της συζήτησης την οποία προκάλεσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στο ελληνικό Κοινοβούλιο για να ενημερώσει για την ατυχή κατάληξη που είχαν οι τελευταίες συνομιλίες ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων.
Στήθηκε ολόκληρη «παράσταση» και επιχειρήθηκε να δοθεί  πανηγυρική διάσταση για κάτι εντελώς ανούσιο, όπως είναι η συμφωνία των δύο Κοινοβουλίων να ανταλλάξουν το υλικό από τις έρευνες που έχουν διεξάγει Επιτροπές που συστάθηκαν στην Αθήνα και στη Λευκωσία και οι οποίες, αφού εξέτασαν μάρτυρες και ερεύνησαν τα διαθέσιμα έγγραφα, κατέληξαν σε πορίσματα.
Ειδικά, η Εξεταστική Επιτροπή που συνέστησε η Βουλή των Ελλήνων, έπειτα από πολλές παλινωδίες, στις αρχές του 1986 και ξεκίνησε τις εργασίες της τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, πραγματοποίησε μακρά και επίπονη έρευνα, όπως είχα προσωπικά την ευκαιρία να διαπιστώσω, καθώς, νεαρός δημοσιογράφος ων τότε, είχα επιφορτιστεί με το επαγγελματικό καθήκον να παρακολουθώ από κοντά τις συνεδριάσεις της που διήρκεσαν επί δυόμισι συναπτά έτη.
Η 30μελής διακομματική Επιτροπή, με πρόεδρο τον αείμνηστο βουλευτή Αιτωλοακαρνανίας Χρήστο Μπασαγιάννη, με τον οποίο όλοι οι εκπρόσωποι του Τύπου ήμασταν σε διαρκή αντιπαράθεση, καθώς εκείνος ήθελε να διαφυλάξει τη μυστικότητα των καταθέσεων και μείς πασχίζαμε να μάθουμε και να μεταφέρουμε στους αναγνώστες μας τα όσα διαμείβονταν πίσω από τις κλειστές πόρτες, συνεδρίασε 154 φορές.
Εξέτασε 131 μάρτυρες και μεταξύ εκείνων που κλήθηκαν να καταθέσουν ήταν και οι κρατούμενοι ακόμη τότε στον Κορυδαλλό αρχιπραξικοπηματίες Γεώργιος Παπαδόπουλος και Δημήτριος Ιωαννίδης οι οποίοι αρνήθηκαν να συμβάλουν στις έρευνες. Σε γενικές γραμμές, ελάχιστα διαφωτιστικές ήταν και οι περισσότερες καταθέσεις που δόθηκαν από αξιωματικούς οι οποίοι είχαν πρωταγωνιστήσει στα γεγονότα του ΄74. Ίσως και επειδή η απόσταση των χρόνων ήταν τέτοια που ο καθένας είχε οικοδομήσει το δικό του άλλοθι και τις δικές του αιτιολογήσεις.
Από τον κατάλογο των μαρτύρων δεν έλειψαν και πολιτικά πρόσωπα, όπως ο πρώην υπουργός Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ ο οποίος προσήλθε σε τρεις συνεδριάσεις της Επιτροπής και απάντησε σε ερωτήσεις βουλευτών, σε αντίθεση με τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας και πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή ο οποίος περιορίστηκε να στείλει επιστολή με τις εκτιμήσεις του για τα επίμαχα γεγονότα.
Το έργο της Επιτροπής, τα πρακτικά της οποίας, με τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα έγγραφα, εκτείνονταν σε 20.798 σελίδες, ολοκληρώθηκε  31 Οκτωβρίου 1988. Εκείνη την ημερομηνία κατατέθηκε στα πρακτικά του Κοινοβουλίου –και υπάρχει ακόμη εκεί για όποιον ενδιαφέρεται να το διαβάσει- το πολυσέλιδο πόρισμα της Εξεταστικής, το οποίο δεν ήταν ενιαίο, αφού τα κόμματα διαφώνησαν στις εκτιμήσεις τους για την αποτίμηση των δραματικών γεγονότων του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής.
Λόγω της συγκυρίας, καθώς ήταν μια εποχή που η χώρα συγκλονιζόταν από την υπόθεση Κοσκωτά και είχε μπει σε τεταμένη προεκλογική περίοδο, δεν δόθηκε καμία συνέχεια. Μπορεί, ωστόσο, τα έγγραφα και οι μαρτυρικές καταθέσεις να τηρούνταν έκτοτε στο αρχείο της Βουλής και να μην επιτρεπόταν η ελεύθερη πρόσβαση των ερευνητών, η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι όλο το πλήθος των στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί χρησιμοποιήθηκε από τους βουλευτές προκειμένου να συνταχθούν τα πορισματικά συμπεράσματα στα οποία ένας έκαστος κατέληξε.
Υπό αυτή την έννοια και έχοντας μιλήσει με όλους όσοι πρωταγωνίστησαν στις έρευνες εκείνης της περιόδου, μπορώ βασίμως να ισχυριστώ ότι δεν υπάρχουν μείζονα μυστικά τα οποία να βρίσκονται κρυμμένα στον αποκαλούμενο «Φάκελο της Κύπρου». Γι΄ αυτό και το μόνο αναγκαίο «άνοιγμα» που απαιτείται να γίνει είναι να δοθούν άμεσα όλες οι μαρτυρικές καταθέσεις και ενδεχομένως και τα έγγραφα  στη δημοσιότητα, ώστε να τερματιστεί άπαξ δια παντός η καλλιεργούμενη μυθοπλασία.   
Ποιά σκοπιμότητα, άλλωστε, εξυπηρετείται με το να θεωρούνται απόρρητες καταθέσεις που δόθηκαν πριν από 29 χρόνια και αφορούν γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν από 43 χρόνια; Η μυστικότητα που συντηρήθηκε επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα, μόνον βλαπτική αποδεικνύεται. Κι αυτό διότι, αφενός, εμποδίζει την εξαγωγή των σωστών συμπερασμάτων και, αφετέρου, εκθέτει το πολιτικό σύστημα.
Την καλύτερη απόδειξη για το πόσο βλάπτονται τα πραγματικά συμφέροντα του Έθνους και η υγιής λειτουργία του πολιτικού συστήματος αποτελούν, ίσως, οι ισχυρισμοί που διατύπωσε ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής: «Επί σαράντα τρία χρόνια κρατάει το πολιτικό σύστημα μια ένοχη σιωπή για την προδοσία της Κύπρου και απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι μόνον κάποιοι στρατιωτικοί οι οποίοι ενέχονται σε αυτό, αλλά και πολιτικοί», υποστήριξε ο κατ΄ εξοχήν απολογητής της Χούντας κάνοντας ρελάνς στο επιχειρούμενο δήθεν «άνοιγμα» που επιχειρείται με το πρωτόκολλο συνεργασίας των δύο Κοινοβουλίων. Ο ίδιος, άλλωστε, νωρίτερα είχε ισχυριστεί ότι το νεοναζιστικό μόρφωμα του οποίου ηγείται έχει δις υποβάλει –χωρίς να ικανοποιηθεί- αίτημα για να λάβει αντίγραφο του περιώνυμου «Φακέλου».
Όλα στο φως, λοιπόν, για να σταματήσει η μυθοπλαστική κοροϊδία. Στο κάτω – κάτω, όπως έλεγε και ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, «εθνικόν είναι το αληθές»!

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Ανάμεσα σε σκευωρίες και φιάσκο



Στη δεύτερη επέτειο από την αποφράδα ημέρα της ύψιστης πολιτικής αναξιοπρέπειας, όπως έχει καταγραφεί στη συλλογική μνήμη η 5η Ιουλίου, την ημερομηνία κατά την οποία διεξήχθη στη χώρα μας το πιο ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα στην εγχώρια, αν όχι και στην παγκόσμια, ιστορία, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να πάει στη Βουλή.
Μόνον όμως, που η προσέλευση του κ. Τσίπρα στη Βουλή δεν αφορούσε το δημοψήφισμα και δεν ήταν καθόλου πανηγυρική, όπως θα περίμενε κανείς που πίστεψε πως ίσχυσε έστω και ένα ψήγμα από όλα όσα είχε ο ίδιος διακηρύξει πριν από δύο χρόνια και είχαν εκτινάξει το «Όχι» στην κάλπη και είχαν κάνει τόσο πολύ κόσμο να ξεχυθεί στο Σύνταγμα για να γιορτάσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.
Ήταν, αντιθέτως, μια έκτακτη πρωθυπουργική επίσκεψη στο Κοινοβούλιο  που στόχο είχε μάλλον να ξεχαστεί η επέτειος και τα όσα ήρθαν με αυτή την αφορμή στην επικαιρότητα για τα επικίνδυνα νομισματικά παιχνίδια της παρέας του ανεκδιήγητου Βαρουφάκη που είναι ακόμη στα πράγματα και εξακολουθούν να ρυθμίζουν τις τύχες της ελληνικής οικονομίας.
Γι΄ αυτό και ο κ. Τσίπρας πήγε εντελώς απροειδοποίητα στη Βουλή για να αξιοποιήσει τη συζήτηση επί του πορίσματος της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής που διενήργησε προκαταρκτική εξέταση κατά του πρώην Υπουργού Γιάννου Παπαντωνίου. Επιτροπή η οποία οδηγήθηκε σε ένα μεγαλοπρεπέστατο φιάσκο αφού την συγκρότησαν προκειμένου να φύγει από τη Δικαιοσύνη η υπόθεση με τις κατηγορίες κατά του υπουργού Εθνικής Άμυνας ώστε να ενεργοποιηθεί ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και μήνες αργότερα κατέληξαν στο αυτονόητο: ότι, δηλαδή μόνοι αρμόδιοι για την διερεύνηση και την εκδίκαση είναι οι εισαγγελικοί και δικαστικοί λειτουργοί.
Αντί, λοιπόν, ο κ. Τσίπρας να απολογηθεί για το φιάσκο και την πολύμηνη καθυστέρηση που για επικοινωνιακούς λόγους προκάλεσε, πήγε στη Βουλή για να κατηγορήσει τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκο Μητσοτάκη και την επικεφαλής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης Φώφη Γεννηματά που για λόγους αυτοσεβασμού δεν παρέστησαν στην κοινοβουλευτική παρωδία η οποία στήθηκε για τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης ευτελίζοντας τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Οι βουλευτές κλήθηκαν να ψηφίσουν για να επιστραφεί στη Δικαιοσύνη η δικογραφία που μόλις λίγους μήνες πριν είχαν ψηφίσει ότι έπρεπε να πάει στη Βουλή και που, αν κρατούνταν εκεί και δεν επέστρεφε στους φυσικούς δικαστές, τα αδικήματα που βαρύνουν τον κ. Παπαντωνίου θα ήταν, με βάση το άρθρο 86 του Συντάγματος, παραγεγραμμένα!
Δεν είναι, δυστυχώς, ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος αποπροσανατολισμός που επιχειρεί ο προπαγανδιστικός μηχανισμός του Μαξίμου. Και όπως φάνηκε από την απίθανη αγόρευση του κ. Τσίπρα αυτή θα είναι η κεντρική γραμμή με την οποία σχεδόν κατ΄  αποκλειστικότητα θα κινείται εφεξής η κυβέρνησης. Για κάθε φιάσκο που θα αντιμετωπίζουν οι προπαγανδιστές του Μαξίμου θα ακολουθεί μια καινούργια σκευωρία.
Ζητούν, για παράδειγμα, συγνώμη τα κυβερνητικά φερέφωνα από τον Σταύρο Παπασταύρου, τον στενό συνεργάτη του Αντώνη Σαμαρά; Ακολουθούν τα ίδια «πιστόλια» με μια εκστρατεία λάσπης μέσω διαδόσεων κατά του Σπύρου Σημίτη, του αδελφού του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη. Ο τελευταίος φαίνεται να είναι ο εφιάλτης των «ενοίκων» του Μαξίμου, ίσως διότι εκπροσώπησε όταν ήταν στη διακυβέρνηση όλες τις αρχές και τις αξίες που αντιστρατεύονται τον λαϊκίστικο καθεστωτισμό των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Πέφτουν στο κενό οι υπονομευτικές επιθέσεις κατά του Γιάννη Στουρνάρα και του Γκίκα Χαρδούβελη; Απτόητα τα κυβερνητικά χαλκεία κάνουν θόρυβο, δίνοντας διάσταση πολιτικού σκανδάλου στα κονδύλια του ΚΕΕΛΠΝΟ, στις μίζες της Novartis και στα απλήρωτα νοσήλια του Ερρίκος Ντυνάν. Ξεπερνά, άλλωστε, κάθε όριο… Πολακισμού να ακούει κανείς τον πρωθυπουργό, ο οποίος ψευδώς διατείνεται ότι είναι εκείνος που καθιέρωσε τη δωρεάν νοσηλεία για τους ανασφάλιστους, να καταγγέλλει ότι συγγενείς πολιτικών νοσηλευόταν χαριστικά στο νοσοκομείο που ανήκε στον Ερυθρό Σταυρό. Δεν ήταν άραγε ασφαλισμένοι όλοι αυτοί; Προφανώς και ήταν. Αλλά θόρυβος να γίνεται για να έχει να ασχολείται με κάτι η κυβέρνηση. Και να έχει λόγο… να πηγαίνει στο Κοινοβούλιο και ο πρωθυπουργός.
Για όλες αυτές τις υποθέσεις, του ΚΕΛΠΝΟ, της Novartis και του Ερρίκος Ντυνάν ασχολούνται επί μήνες και χρόνια οι δικαστικές αρχές και τα αποτελέσματα των ερευνών τους φαίνεται να είναι πιο πενιχρά ακόμη και από τα ψίχουλα που απέδωσαν οι υπερτιμημένοι υπολογισμοί των κυβερνητικών αξιωματούχων για τις διαβόητες λίστες φοροφυγάδων –Λαγκάρντ, Μπόργιανς, Λιχτενστάιν και πάει λέγοντας- από τις οποίες φαντασιώνονταν ότι θα αποκόμιζαν περισσότερα από την εικονική περιουσία του Αρτέμη Σώρρα.
Παρά, μάλιστα, την ενασχόληση της Δικαιοσύνης με τη διερεύνηση των φουσκωμένων, όπως αποδεικνύεται, σκανδάλων, τίποτε δεν εμπόδισε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να «σκαρώσει» Εξεταστική Επιτροπή στη Βουλή. Όπως το ίδιο είχαν κάνει προηγουμένως με τα θαλασσοδάνεια των μέσων ενημέρωσης και των κομμάτων, που και εδώ συγκρότησαν Εξεταστική και ας είχε προϋπάρξει δικαστική εμπλοκή. Για να ακολουθήσει η προαναφερθείσα Προανακριτική για τις μίζες των Εξοπλιστικών επί υπουργίας Παπαντωνίου που πηγαινοέρχεται μεταξύ Δικαιοσύνης και Βουλής σε τρόπον ώστε να μπορεί κ. Τσίπρας να κριτικάρει τον «εκσυγχρονισμό» υπολογίζοντας πως από λαθρεπιβάτης μπορεί να γίνει μόνιμος επιβάτης στο όχημα της Κεντροαριστεράς.
Το γελοίο στην όλη ιστορία είναι ότι με την ίδια ακριβώς  επιχειρηματολογία που σε όλες τις άλλες υποθέσεις έγιναν ένα κουβάρι οι έρευνες Βουλής και Δικαιοσύνης, ο κ. Τσίπρας θεωρεί ότι θα κρατήσει στο απυρόβλητο τον κυβερνητικό του εταίρο. Και γι΄ αυτό αρνείται την πρόταση της ΝΔ για Εξεταστική Επιτροπή, επιχειρώντας να εμποδίσει την κοινοβουλευτική διερεύνηση μιας υπόθεσης η οποία, πλέον, με όσα ο ίδιος ο Πάνος Καμμένος παραδέχθηκε για τις ηχογραφημένες συνομιλίες που έχει στην κατοχή του, ξεπερνά σε βαρύτητα τις αθέμιτες επικοινωνίες με τον φερόμενο ως πλοιοκτήτη του ναρκοπλοίου Noor 1, ισοβίτη Μάκη Γιαννουσάκη.
«Θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη, διότι αυτό είναι το αίτημα του ελληνικού λαού», υποσχέθηκε, παρά ταύτα, ο κ. Τσίπρας στην ομιλία του στη Βουλή. Μια υπόσχεση που είναι σαφές από όσα είπε για να καλύψει τον κ. Καμμένο –«κάποιος ισοβίτης τηλεφώνησε στον υπουργό Άμυνας και αυτός τού υπέδειξε, για μια πολύ σημαντική υπόθεση, που αφορά εμπορία ναρκωτικών, να πάει στη Δικαιοσύνη»- ότι θα έχει την τύχη με όλες τις προηγούμενες. Και τι θα μείνει από όλα αυτά; Οι σκευωρίες που η μια μετά την άλλη καταλήγουν σε φιάσκο, μολύνοντας την πολιτική και κοινωνική ζωή.

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Τους πήραν χαμπάρι οι εξαπατημένοι



Συνήθως οι πρωθυπουργοί, τουλάχιστον στις κανονικές χώρες, όταν αναλαμβάνουν μια πρωτοβουλία το κάνουν επειδή είναι βέβαιοι για το αποτέλεσμα της. Σε περιπτώσεις λαϊκών κινητοποιήσεων, ειδικότερα, ο κανόνας θέλει να προηγείται εξαντλητικός διάλογος και εντατική διαπραγμάτευση από τους αρμόδιους υπουργούς με στόχο να προετοιμαστεί το έδαφος για τη βέλτιστη λύση, την οποία, εφόσον δεν μπορούν να δώσουν οι ίδιοι, την παραπέμπουν στα υψηλότερα κλιμάκια.
Είθισται, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, ο επικεφαλής της κυβέρνησης που έχει επίγνωση του ρόλου του να εμπλέκεται προσωπικά στην κρίση όταν αυτή  βαίνει προς εκτόνωση και απαιτείται η δική του παρέμβαση σε τρόπον ώστε, όχι να διαπραγματευτεί, ο ίδιος αλλά με το αυξημένο κύρος του αξιώματος του και την υψηλή θεσμική αξιοπιστία που διαθέτει να εγγυηθεί την εφαρμογή των συμπεφωνημένων.
Τίποτε από όλα αυτά, τα γνωστά και δοκιμασμένα, δεν ίσχυσε στην περίπτωση της συνάντησης του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα με τους εκπροσώπους των εργαζομένων στην Αυτοδιοίκηση. Ο επικεφαλής της κυβέρνησης δεν παρενέβη για να επικυρώσει συμφωνία που, όπως θα ήταν το φυσιολογικό και αναμενόμενο, είχαν συνάψει νωρίτερα οι συνεργάτες του.
Αντιθέτως, κινήθηκε με διάθεση να «πάρει πάνω του το παιχνίδι», όπως θα έλεγαν τα γνωστά φερέφωνα του Μαξίμου αν η κατάληξη ήταν διαφορετική. Έτσι, ο κ. Τσίπρας ενεπλάκη στην υπόθεση με τη γνωστή προχειρότητα που χαρακτηρίζει τα έργα και τις ημέρες του και με την ακόμη γνωστότερη… διαπραγματευτική δεινότητα που νομίζει ότι διαθέτει. Ακολούθησε, με άλλα λόγια, τη δική του πεπατημένη που δεν είναι άλλη από το διαρκές «τζογάρισμα» στο οποίο επιδίδεται μέσα από τις -συνήθως ανεκπλήρωτες- υποσχέσεις που δίνει προς κάθε κατεύθυνση και με κάθε ευκαιρία.
Αυτή τη φορά, όμως, ο κ. Τσίπρας απέτυχε. Κι ο λόγος της οικτρής αποτυχίας του ήταν επειδή δεν αντιλήφθηκε ότι δεν μπορεί να δίνει κάποιος απεριόριστα τις ίδιες υποσχέσεις στους ίδιους ανθρώπους. Βλέπετε, οι άνθρωποι που είχε απέναντι του στην αίθουσα συσκέψεων του Μεγάρου Μαξίμου είχαν ξανακούσει και από τα πρωθυπουργικά χείλη ότι η κυβέρνηση θα τους μονιμοποιούσε όλους και χωρίς κριτήρια. Μόνον, όμως, που δεν το έκανε, όπως δεν θα το κάνει και τώρα επειδή πρωτίστως δεν το επιτρέπει το Σύνταγμα και δευτερευόντως δεν θα λάβει «πράσινο φως» από τους δανειστές στους οποίους έχει υποταχθεί όσο κανένας προκάτοχός του.
Μπορεί να μην είναι συνταγματολόγοι όσοι εργάζονται στην αποκομιδή των απορριμμάτων, αλλά διαθέτουν τον κοινό νου που τους επιτρέπει να αντιλαμβάνονται το εύρος της εξαπάτησης που υφίστανται την τελευταία διετία από τους υπουργούς των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αλλά και από τον ίδιο τον κ. Τσίπρα, ο οποίος είχε προ μηνών δεσμευτεί σε συναδέλφους τους στη Θεσσαλονίκη ότι θα έδινε λύση.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το «όχι» που είπαν οι εργαζόμενοι στην Αυτοδιοίκηση στις… προσφορές του πρωθυπουργού είναι μάλλον το ηχηρότερο ράπισμα που δέχεται ο κ. Τσίπρας στο εσωτερικό της χώρας κατά τα δυόμισι χρόνια που ηγείται των… ατάκτων «σκιτζήδων» που παριστάνουν την κυβέρνηση. Ήταν ένα «όχι» που αποδεικνύει ότι αποτελεί πλέον μακρινό παρελθόν ο «αποθεωτικός» Ιούνιος του 2015 όταν οι Έλληνες πίστευαν τις ψευδείς πρωθυπουργικές υποσχέσεις ότι ήταν ζήτημα ημερών η άρση των κεφαλαιακών ελέγχων που έθεσε σε εφαρμογή σε αγαστή συνεργασία με τον αλήστου μνήμης υπουργό των Οικονομικών εκείνης της περιόδου.
Τα διαβόητα πλέον capital controls είναι ακόμη εδώ και δεν χρειάζεται να είναι κανείς μεγαλοκαταθέτης για να έχει συνειδητοποιήσει την τεράστια ζημιά που υπέστη η ελληνική οικονομία αυτή τη διετία εξαιτίας της κυβερνητικής αφροσύνης. Ούτε χρειάζεται να είναι κάποιος ιδιαίτερα ευφυής για να καταλάβει τη συνεχιζόμενη χυδαία εξαπάτηση. Που γίνεται χυδαιότερη όταν ουδείς από τους κυβερνώντες αναλαμβάνει την παραμικρή ευθύνη για όσα συμβαίνουν και για τα οποία ενοχοποιούνται άλλοτε οι ξένοι πιστωτές και άλλοτε η αντιπολίτευση.
Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με μια διπλή εξαπάτηση που τη βιώνουν σχεδόν οι πάντες στο πετσί τους: οι συνταξιούχοι που βλέπουν τις συντάξεις τους να κατακρεουργούνται, αλλά οι κυβερνώντες προσπαθούν να τους πείσουν ότι δεν είναι αυτό που νομίζουν, οι εργαζόμενοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες που βλέπουν τα εισοδήματά τους να εξανεμίζονται από τους επιπλέον φόρους που πηγαίνουν για να στηθεί ο νέος κομματικός στρατός, οι ιδιοκτήτες ακινήτων που πίστεψαν ότι θα γλίτωναν τον ΕΝΦΙΑ και θα κουρευόταν το δάνειο τους και τώρα κινδυνεύουν να χάσουν το σπίτι τους με ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, οι νέοι που ήλπισαν ότι η μετανάστευση δεν θα ήταν ο δικός τους μονόδρομος. 
Επειδή, όμως, όπως έλεγε ο Αβραάμ Λίνκολ, «μπορείς να ξεγελάς πολλούς για λίγο καιρό, λίγους για πολύ καιρό, αλλά δεν μπορείς να ξεγελάς τους πάντες για πάντα», είναι πλέον φανερό ότι η αντίστροφη μέτρηση για τον κ. Τσίπρα και την κυβέρνηση του έχει αρχίσει. Δεν τους πιστεύει πια σχεδόν κανείς, διότι είναι πολλοί εκείνοι που εξαπατήθηκαν.
Γι΄ αυτό και ανεξαρτήτως με την τροπή που θα έχει η απεργία στην αποκομιδή των σκουπιδιών –που η ευχή και η ελπίδα όλων μας δεν μπορεί παρά να είναι ότι πρέπει να λήξει το συντομότερο-, οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα με τη στάση που τήρησαν αυτές τις μέρες «έγραψαν ιστορία»: κονιορτοποίησαν την όποια εναπομείνασα κυβερνητική, ου μην αλλά και πρωθυπουργική, αξιοπιστία.

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Στα σκουπίδια «κάθε λέξη του Συντάγματος»



Αν, βγαίνοντας αυτές τις μέρες από το σπίτι, το γραφείο ή την επιχείρησή σας, βρεθείτε αντιμέτωποι με σωρούς σκουπιδιών, μην βιαστείτε να ψέξετε τους οδοκαθαριστές που απεργούν. Και μην σπεύσετε να στραφείτε κατά των συνδικαλιστικών εκπροσώπων των εργαζομένων στους Δήμους που παρεμποδίζουν την αποκομιδή των απορριμμάτων με αποτέλεσμα να κατακλύζονται οι πόλεις από τη δυσωδία που επικρατεί σε πολλές γειτονιές και που πιθανότατα θα γίνει αφόρητη τις επόμενες ημέρες εφόσον, όπως προβλέπεται, ανέβει το θερμόμετρο.
Ο λόγος που δεν πρέπει να τα βάλετε μαζί τους είναι διότι για πρώτη ίσως φορά από τις δεκάδες κινητοποιήσεις που οργάνωσαν στη διάρκεια των τελευταίων ετών πιέζοντας με τα σκουπίδια για την ικανοποίηση θεμιτών και αθέμιτων αιτημάτων, οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα έχουν το δίκιο με το μέρος τους. Και αυτό καθώς είναι θύματα ακραίας εξαπάτησης από κυβερνητικά στελέχη, όπως ο Πάνος Σκουρλέτης, η Όλγα Γεροβασίλη, ο Χριστόφορος Βερναρδάκης και ο Σωκράτης Φάμελος, οι οποίοι ρητά και κατηγορηματικά είχαν δεσμευθεί ότι δεν θα δίσταζαν να… πετάξουν στα σκουπίδια το Σύνταγμα προκειμένου να πετύχουν τη μονιμοποίηση όλων όσοι έχουν προσληφθεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Είχαν μάλιστα φθάσει προ μηνών στο ακρότατο σημείο να απειλούν τους δημάρχους ότι θα τους επέβαλαν κυρώσεις αν δεν παρέτειναν τις συμβάσεις ή δεν συνέχιζαν να πληρώνουν εκείνους των οποίων έληγαν οι συμβάσεις. Προσπάθησαν ακόμη να επηρεάσουν τη Δικαιοσύνη ώστε να δώσει λύση που καταφανώς ερχόταν σε αντίθεση με τη σαφέστατη συνταγματική πρόβλεψη. Πλην, όμως, και σε αυτή την αναμφισβήτητα σκανδαλώδη υπόθεση, η Δικαιοσύνη στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων κάνοντας το αυτονόητο που ήταν η ορθή ερμηνεία του Συντάγματος.
Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να είναι κανείς συνταγματολόγος ή να έχει ειδικές νομικές γνώσεις για να αναγνωρίσει την απόλυτη σαφήνεια με την οποία ο καταστατικός χάρτης της ελληνικής Πολιτείας, όπως διαμορφώθηκε στην Αναθεώρηση του 2001, απαγορεύει τη μονιμοποίηση όσων προσλαμβάνονται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου. Η παράγραφος 8 του άρθρου 103 δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: «Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού (…) ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου», ορίζεται στη διάταξη που υπερψηφίστηκε από τη συντριπτική πλειονότητα των βουλευτών που θήτευαν εκείνη την περίοδο στο Κοινοβούλιο. Και, για να κλείσει κάθε παράθυρο, αμέσως μετά, προστίθενται τα εξής: «Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου».
Με τον τρόπο αυτό, το –«παλαιό», φυσικά- πολιτικό σύστημα κατάφερε να θεραπεύσει μια χαίνουσα πληγή δεκαετιών που φόρτωνε στο δημόσιο προσωπικό που προσλαμβάνονταν κατά βάση με πελατειακού τύπου μεθοδεύσεις, όπως η πρόσληψη υπαλλήλων για έκτακτες ανάγκες που στη συνέχεια θεωρείτο ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Έτσι ώστε να συνεχίζεται ένα αέναο γαϊτανάκι προσλήψεων συμβασιούχων που μετατρεπόταν σε μονίμους για να προσληφθούν κατόπιν στις θέσεις τους άλλοι συμβασιούχοι.
Με «κύκνειο άσμα» το περίφημο «διάταγμα Παυλόπουλου» (Π.Δ. 164/2004), που προώθησε ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης επί κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή, έκλεισαν οι λογαριασμοί του παρελθόντος. Και επί μια δεκαετία ηρέμησαν τα πνεύματα στο πολύπαθο ελληνικό δημόσιο, καθώς από τη μια μονιμοποιήθηκαν όλοι όσοι μέχρι τότε είχαν συμπληρώσει 24μηνη υπηρεσία και αφετέρου απαγορεύθηκε εφεξής η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων αν δεν μεσολαβούσε τουλάχιστον τρίμηνη διακοπή μεταξύ τους.
Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν και πάλι μόλις ήρθαν στην εξουσία οι… σκιτζήδες των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ που μπορεί να μην έσκισαν τα Μνημόνια, όπως είχαν υποσχεθεί, κατέβαλαν, ωστόσο, κάθε προσπάθεια για να κουρελιάσουν το Σύνταγμα. Κοροϊδεύοντας τους ανθρώπους που είχαν συμβάσεις σε Δήμους και αλλού, υποσχέθηκαν μονιμοποιήσεις χωρίς όριο και οι οποίες δεν μπορούσαν να γίνουν διότι ήταν καταφανώς αντισυνταγματικές. Έπειτα από δύο χρόνια ψευδιασθήσεων και αυταπάτης, οι ελπίδες που καλλιέργησαν σε χιλιάδες εργαζομένους αποδεικνύεται τώρα ότι ήταν φρούδες. Το πιο εξοργιστικότερο, όμως, είναι, παρά την οργή που διακατέχει τους ανθρώπους που εξαπάτησαν, ξεδιάντροπα συνεχίζουν να τους εξαπατούν.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας την Τετάρτη στο υπουργικό του συμβούλιο, ισχυρίστηκε ότι «η δημιουργία σταθερών και ασφαλών θέσεων εργασίας, αποτελεί την κύρια και απόλυτη προτεραιότητα αυτής της κυβέρνησης». Και, πρόσθεσε ότι, «στο πλαίσιο αυτό, άμεσα με τη συνεργασία των αρμόδιων υπουργείων, πρέπει να βρεθεί και η βέλτιστη λύση στο μεγάλο θέμα των συμβασιούχων του ελληνικού δημοσίου. Ένα θέμα που, όπως γνωρίζετε, δεν δημιουργήθηκε επί των ημερών μας, δημιουργήθηκε πολλά χρόνια πριν και πρέπει να βρεθεί η βέλτιστη λύση,  ώστε να σταματήσει αυτή η απαράδεκτη συνθήκη ομηρείας για χιλιάδες εργαζόμενους που καλύπτουν πάγιες ανάγκες».
Βεβαίως, η αλήθεια (με την οποία, ως γνωστόν, αυτή η κυβέρνηση έχει πάρει διαζύγιο) είναι ότι το πρόβλημα των συμβασιούχων, το οποίο ο πολύς ο κόσμος το μαθαίνει τώρα οι κάδοι ξεχειλίζουν από σκουπίδια, το δημιούργησαν ο κ. Τσίπρας και οι υπουργοί του. Δεν πάει, άλλωστε, πολύς καιρός που προσωπικά ο πρωθυπουργός έδινε στη Θεσσαλονίκη υποσχέσεις για μονιμοποιήσεις. Υποσχέσεις οι οποίες, όπως τόσες και τόσες άλλες, δεν τηρήθηκαν και δεν πρόκειται να τηρηθούν. Γι΄ αυτό και πλέον προσπαθούν να δικαιολογηθούν υποστηρίζοντας πότε πως τάχατες είναι τα συμφέροντα που θέλουν ιδιωτικοποίηση της αποκομιδής των απορριμμάτων που τους εμποδίζουν να παρατείνουν τις συμβάσεις και άλλοτε πως δήθεν προσέκρουσαν στην άρνηση των δανειστών.
Δυστυχώς, τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Ούτε οι δανειστές φταίνε, ούτε οι θιασώτες των αποκρατικοποιήσεων. Εκείνο που πραγματικά συμβαίνει είναι ότι οι άνθρωποι που ανέλαβαν την εξουσία υποσχόμενοι να γίνουν «κάθε λέξη του Συντάγματος», έκαναν και κάνουν τα πάντα για να το παραβιάσουν. Ευτυχώς, όμως, τις πιο πολλές φορές δεν τους περνάει. Ακόμη και αν το τίμημα το πληρώνουν οι πολίτες που, σε αυτή τη φάση, βρίσκονται αντιμέτωποι με τα σκουπίδια τα οποία που αφήνουν αμάζευτα οι εξαπατημένοι οδοκαθαριστές